f

Panel

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2020

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση. «Πά­τερ, ἐ­σύ μ᾿ ἔ­κα­νες Χρι­στια­νό» – Ἡ ὑ­πα­κο­ή ὑ­πέρ τή νη­στεί­αν – Ὁ πα­ρή­κο­ος φο­βᾶ­ται


Δι­η­γή­θη­κε ὁ δια­κο–Δι­ο­νύ­σιος ὁ Φιρ­φι­ρῆς: «Κά­πο­τε βρέ­θη­κα γιά δου­λειά ἔ­ξω στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πῆ­γα σ᾿ ἕ­να ἑστι­α­τό­ριο νά φά­ω. Ἔ­κα­να τήν προ­σευ­χή μου καί κά­θη­σα νά φά­ω. Πα­ρα­δί­πλα ἦ­ταν μιά πα­ρέ­α. Μοῦ λέ­ει κά­ποι­ος λα­ΐ­κός: –Λοι­πόν τί μᾶς πα­ρι­στά­νεις τώ­ρα; Τί θέ­λεις νά μᾶς δεί­ξης;

–Γιά νά μή μοῦ στα­θῆ κα­νέ­να κόκ­κα­λο στόν λαι­μό, βρέ ἀ­δελ­φέ, ἀ­πάν­τη­σα λί­γο ὀρ­γι­σμέ­να.

»Σέ λί­γο ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι αὐ­τῆς τῆς πα­ρέ­ας ἀ- κού­στη­κε θό­ρυ­βος καί βι­α­στι­κά κά­ποι­ον τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω. Ἐ­γώ δέν γύ­ρι­σα νά κοι­τά­ξω. Με­τά ἀ­πό και­ρό πού ξα­να­βγῆ­κα στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ συ­να-

ν­τᾶ κά­ποι­ος κον­τά στόν Λευ­κό Πύρ­γο καί μέ χαι­ρε­τᾶ ρω­τών­τας:

–Μέ γνω­ρί­ζεις, Πά­τερ;

–Ὄ­χι, ἀ­παν­τῶ.

–Δέν μέ θυ­μᾶ­σαι; Ἐ­σύ μ᾿ ἔ­κα­νες Χρι­στια­νό.

–Δέν σέ θυ­μᾶ­μαι.

–Θυ­μᾶ­σαι κά­πο­τε σ᾿ ἕ­να ἑστι­α­τό­ριο πού ἔ­τρω­γες καί κά­ποι­ος σοῦ εἶ­πε αὐ­τό καί αὐ­τό;

–Ναί, κά­τι θυ­μᾶ­μαι.

–Ἔ, ἐ­γώ ἤ­μουν. Βλέ­πεις ἐ­δῶ; Μοῦ στά­θη­κε ἕ­να κόκ­κα­λο στόν λαι­μό καί μοῦ ἔ­κα­ναν ἐγ­χεί­ρη­ση γιά νά τό βγά­λουν, ἐ­νῶ συγ­χρό­νως μοῦ ἔ­δει­χνε τό λαι­μό του μέ τό ση­μά­δι τῆς το­μῆς. Με­τά ἀπ᾿ αὐ­τό καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α πη­γαί­νω καί ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι καί προ­σευ­χή κά­νω. Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Πά­τερ∙ ἐ­σύ μ᾽ ἔ­σω­σες».



νη΄. Ἡ ὑ­πα­κο­ή ὑ­πέρ τή νη­στεί­αν

Κά­ποι­ος εὐ­λα­βής λα­ϊ­κός ἦρ­θε γιά κα­λό­γη­ρος καί πῆ­γε σ᾽ ἕ­ναν ἀ­σκη­τή. Τόν ρώ­τη­σε: «Γέ­ρον­τα, κά­νω συ­νε­χῶς ἐ­νά­τες, μπο­ρῶ νά γί­νω κα­λό­γη­ρος;». «Ὄ­χι», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, «ἐ­γώ ζη­τῶ μό­νο ὑ­πα­κο­ή. Ἄν μπο­ρῆς νά κά­νης ὑ­πα­κο­ή, μεῖ­νε, ἀλ­λοι­ῶς πή­γαι­νε ὅ­που θέ­λεις». Δέ­χθη­κε, ἔ­μει­νε, καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν φι­λό­τι­μα. Στήν ἀρ­χή ὁ Γέ­ρον­τας τόν δο­κί­μα­σε. Τόν ἔ­βα­ζε νά τρώ­η δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές τήν ἡ­μέ­ρα, ἀλ­λά ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι ἔ­κο­ψε τό θέ­λη­μά του, τοῦ ἔ­δωσε εὐ­λο­γί­α νά νη­στεύ­η. Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος μέ πυ­ρε­τό καί ἔ­ξω χι­ό­νι­ζε. Τοῦ ἔ­λε­γε νά ση­κω­θῆ νά πᾶ­νε νά κό­ψουν ξύ­λα καί ἀ­μέ­σως ση­κω­νό­ταν. Βλέ­πον­τας τήν προ­θυ­μί­α του στήν ὑ­πα­κο­ή, χαι­ρό­ταν καί τοῦ ἔ­λε­γε: «Ἄλ­λη φο­ρά θά πᾶ­με, ξά­πλω­σε τώ­ρα». Ἔ­τσι ἔ­κο­ψε ὅ­λα τά θε­λή­μα­τά του καί ἔ­γι­νε κα­λός μο­να­χός καί προ­χώ­ρη­σε στή νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες τῆς πε­ρι­ο­χῆς του τόν θαύ­μα­ζαν γιά τήν ὑ­πα­κο­ή καί εἶ­χε τέ­λος ἀ­γα­θό καί εἰ­ρη­νι­κό.

ξα΄. Ὁ πα­ρή­κο­ος φο­βᾶ­ται

Πα­λαι­ό­τε­ρα ζοῦ­σε στήν Κα­λύ­βη τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου στήν Ξε­νο­φων­τι­νή Σκή­τη ἕ­νας ὑ­πο­τα­κτι­κός πού εἶ­χε πο­λύ ζῆ­λο στά πνευ­μα­τι­κά. Πί­ε­ζε συ­νε­χῶς τόν Γέ­ρον­τά του νά τοῦ δώ­ση εὐ­λο­γί­α νά πά­η νά ἀ­σκη­τέ­ψη μό­νος του σέ μία σπη­λιά πού ὑ­πῆρ­χε ψη­λότε­ρα ἀ­πό τήν Σκή­τη. Γνω­ρί­ζον­τας ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τάς του ὅ­τι δέν ἦ­ταν ἕ­τοι­μος γιά τέ­τοι­α ἄ­σκη­ση, τόν ἐμ­πό­δι­ζε λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν θά εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, θά σοῦ δώ­σω εὐ­λο­γί­α νά πᾶς».

Ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός ὅ­μως δέν τόν ἄ­κου­γε καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε, ὅ­λο καί συ­χνό­τε­ρα, νά τοῦ δώ­ση εὐ­λο­γί­α. Τέ­λος με­τά ἀ­πό πολ­λές πα­ρα­κλή­σεις κάμ­φθη­κε ὁ Γέ­ρον­τας καί τοῦ ἔ­δω­σε εὐ­λο­γί­α. Ὅ­λος χα­ρά ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός μά­ζε­ψε τά λι­γο­στά πράγ­μα­τά του, πῆ­ρε καί τά ἐρ­γα­λεῖ­α τῆς ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς, για­τί αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐρ­γό­χει­ρό του, καί ξε­κί­νη­σε γιά τό σπή­λαι­ο. Ἀ­φοῦ τα­κτο­ποι­ή­θη­κε καί δι­ά­βα­σε τήν ἀ­κο­λου­θί­α του, ἔ­πε­σε νά κοι­μη­θῆ. Δέν πέ­ρα­σε ὅ­μως πολ­λή ὥ­ρα καί ἕ­νας πε­ρί­ερ­γος θό­ρυ­βος τόν ξύ­πνη­σε. Τόν κα­τέ­λα­βε ἀ­μέ­σως φό­βος καί ἄρ­χι­σε νά προ­σεύ­χε­ται. Ὁ θό­ρυ­βος ὅ­μως συ­νε­χι­ζό­ταν, ἀλ­λά καί ὁ φό­βος του με­γά­λω­νε. Μή μπο­ρών­τας νά τόν ἀν­τέ­ξη, ἔ­ψα­ξε, βρῆ­κε τά σπίρ­τα καί ἄ­να­ψε φῶς. Τό­τε ἔκ­πλη­κτος δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι ὁ θό­ρυ­βος, πού τό­σο τόν τρό­μα­ξε, ὠ­φει­λό­ταν στά πον­τί­κια πού ἦρ­θαν νά φᾶν τό πί­του­ρο πού εἶ­χε βά­λει μέ­σα στό κου­τί μέ τά ἐρ­γα­λεῖ­α τῆς ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς. «Τα­λαί­πω­ρε», σκέ­φθη­κε, «ἐ­δῶ σέ τρό­μα­ξαν με­ρι­κά πον­τί­κια, ποῦ νά ἔρ­θουν καί οἱ δαί­μο­νες;».

Συ­νε­τι­σμέ­νος λοι­πόν μά­ζε­ψε τά πράγ­μα­τά του καί ἐ­πέ­στρε­ψε στόν Γέ­ρον­τά του· ζή­τη­σε συγ­χώ­ρη­ση καί πλέ­ον κά­νον­τας τε­λεί­α ὑ­πα­κο­ή πέ­ρα­σε τό ὑπό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του στήν Κα­λύ­βη του καί ἐ­κοι­μή­θη στήν με­τά­νοιά του.



Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

MHNYMA

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Η Ιερά μονή Κρεμαστής Ηλείας με μια παράξενη θρησκευτική παράδοση.

Πάμε στην ιερά μονή Κρεμαστής Ηλείας, κοντά στον Πύργο όπου υπήρχε μια παράξενη και μοναδική θρησκευτική παράδοση. Κάποιες γυναίκες πετούσαν...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...