f

Panel

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

Περιστατικά απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση


νβ΄. Ἀ­πό­κτη­ση καί ἀ­πώ­λεια τῆς εὐ­χῆς
Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος: «Βο­η­θοῦ­σα στίς ἑ­τοι­μα­σί­ες τῆς πα­νη­γύ­ρε­ως ἑ­νός Κελ­λιοῦ. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ Κελ­λιοῦ πού ἦ­ταν πο­λύ ἐ­πι­τή­δει­ος καί γρή­γο­ρος, μοῦ ἔ­λε­γε:

“Κά­νε γρή­γο­ρα, φέ­ρε ἐ­κεῖ­νο, πή­γαι­νε ἐ­κεῖ…”. Ἐ­γώ δέν μπο­ροῦ­σα νά ἀν­τέ­ξω τό­ση βί­α, ἀλ­λά τά ἔ­κα­να ὅ­λα μέ ὑ­πα­κο­ή. Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή πού ἔ­κα­να ὅ­λον αὐ­τό τόν ἀ­γῶ­να, νά ἑ­τοι­μά­σου­με τρά­πε­ζα γιά σα­ράν­τα πα­τέ­ρες –καί τά ἔ­κα­να μέ με­γά­λη προ­θυ­μί­α–, μπῆ­κε ἡ εὐ­χή μέ­σα μου καί ἄρ­χι­σε νά λέ­η ἡ καρ­διά μου μό­νη της τήν εὐ­χή χω­ρίς προ­σπά­θεια. Ὤ, τί ἀ­γαλ­λί­α­ση! Δέν μπο­ρῶ νά τήν πε­ρι­γρά­ψω. Ἄρ­χι­σε ἡ καρ­διά μου νά λέη τήν εὐ­χή καί ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα μου οὐ­ρά­νια εὐ­ω­δία­. Καί ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­πει­δή ἔ­κα­να ὑ­πα­κο­ή σ᾿ ἕ­ναν ξέ­νο· δέν ἦ­ταν Γέ­ρον­τάς μου. Ἦρ­θε ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ καί μέ ἐ­πε­σκί­α­σε. Αὐ­τήν τήν χά­ρι τήν εἶ­χα γιά ἕ­να τέ­ταρ­το πε­ρί­που, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δού­λευ­α, καί ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ Κελ­λιοῦ δέν κα­τά­λα­βε τί­πο­τε. Τό­τε ἔρ­χε­ται ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­δελ­φός καί μοῦ λέ­ει μέ λί­γο ἀ­πό­το­μο τρό­πο:

–Γιατί μοῦ πῆ­ρες τό τη­γά­νι;

–Φεῦγα ἀ­πό δῶ πέ­ρα, δαι­μο­νι­σμέ­νε, πού σοῦ πῆ­ρα τό τη­γά­νι! Ἐ­μεῖς πνι­γό­μα­στε στήν δου­λειά. Μό­λις τοῦ εἶ­πα ἔ­τσι, πά­ει ἔ­φυ­γε ἡ εὐ­χή ἀ­πό μέ­σα μου. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πῆ­γα στόν πα­πα–Ἐ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη καί τοῦ δι­η­γή­θη­κα ὅ,­τι μοῦ συ­νέ­βη. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε: “Παιδί μου, ἦρ­θε ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί σέ ἐ­πε­σκί­α­σε, ἀλ­λά δέν ἤ­σουν ἄ­ξιος νά πα­ρα­μεί­νη, δι­ό­τι ἔ­χεις ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ἄν τοῦ ἔ­λε­γες ἐ­σύ ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή “­εὐ­λό­γη­σον”, θά ἄ­κου­γες τόν δαί­μο­να νά ὠ­ρύ­ε­ται σάν γου­ρού­νι, θά ἔ­σκου­ζε. Αὐ­τόν τόν ἔ­βα­λε ὁ πει­ρα­σμός, ἀλλά τό ἐ­πέ­τρε­ψε καί ὁ Θε­ός γιά νά σέ δο­κι­μά­ση ἄν ἐ­σύ ἤσουν ἄ­ξιος νά πα­ρα­μεί­νη ἡ εὐ­χή μέ­σα σου­”».

νγ΄. Ὁ δι­ά­βο­λος φθο­νεῖ τούς ψάλ­τες


Δι­η­γή­θη­κε Γέ­ρον­τας: «Ὁ δι­ά­βο­λος φθο­νεῖ πο­λύ ἐ­μᾶς τούς ψάλ­τες. Κάποτε σέ μία Λει­τουρ­γία,­ τό ἔ­τος 1996, με­τά τό Τρι­σά­γιο πή­γα­με ὅλοι στόν δε­ξιό χο­ρό γιά νά ψάλ­ου­με χο­ρω­δια­κά τό Χε­ρου­βι­κό. Ἐ­κεῖ πού ψέλ­να­με καί ἤ­μουν στά δε­ξιά τοῦ πρω­το­ψάλ­τη, πε­τά­γε­ται ἕ­να δαι­μό­νιο μέ μορ­φή σκε­λε­τοῦ προ­βάλ­λον­τας τό χέ­ρι του μέ κά­τι νύ­χια με­γά­λα νά μέ καρ­φώ­ση. Τρα­βή­χτη­κα πί­σω καί ξέ­φυ­γα. Τό­τε μοῦ εἶ­πε, κά­νον­τας συγ­χρό­νως μία ἄσχη­μη χει­ρο­νο­μί­α: “Νά ἐ­σύ, νά καί σεῖ­ς” λέ­γον­τας καί μία ἄ­σχη­μη βρι­σιά. Φαί­νε­ται τόν πεί­ρα­ζε πού ψέλ­να­με».

νδ΄. Ὁ δι­ά­βο­λος ἐμ­πο­δί­ζει τήν με­τά­νοι­α


Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος: «Μία φο­ρά κα­θό­μα­σταν στήν ἁ­πλω­τα­ριά μέ τρεῖς λα­ϊκούς καί ἤ­θε­λα νά τούς πῶ γιά τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­χει πο­λύ φθό­νο. Δέν θέ­λει νά σκε­πτώ­μα­στε τόν Θε­ό, οὔ­τε νά μι­λοῦ­με γιά με­τά­νοι­α καί νά φρον­τί­ζου­με γιά τήν σω­τη­ρί­α μας. Ἐ­νῶ ἀρ­χί­σα­με τήν συ­ζή­τη­ση, ἦρ­θαν ἀπ᾿ ἔ­ξω πολ­λά δαι­μό­νια καί ἔ­πε­σαν πά­νω στά τζά­μια κά­νον­τας θό­ρυ­βο τό­σο, πού δέν μπο­ρού­σα­με νά συ­ζη­τή­σου­με. Ὁ ἕ­νας πού ἦ­ταν κον­τά στήν τζα­μα­ρί­α ἔ­βα­λε τό χέ­ρι του στό πρό­σω­πο νά προ­φυ­λα­χθῆ, για­τί νό­μι­σε ὅ­τι θά σπά­σουν τά τζά­μια. Πε­ρι­μέ­να­με ὥρα πολλή νά στα­μα­τή­ση ὁ θό­ρυ­βος, ἀλ­λά δέν στα­μά­τη­σε καί ἀναγκαστήκαμε νά φύγουμε». 

πηγή:

https://enromiosini.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

MHNYMA

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Όποιος δεν Προσεύχεται είναι νεκρός!

Διότι όποιος δεν προσεύχεται στο Θεό και δεν επιθυμεί να συνομιλή συνέχεια με τον Θεό, είναι άψυχος και νεκρός και δεν σκέπτεται σ...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...