Το Ευαγγελουδάκι


Νίκος Τουλαντάς
Όλη η ιστορία της αγιότητας και της ανώτερης-φιλόσοφης βιοτής, συνοψίζεται στη συμπεριφορά ενός μικρού (14) αγράμματου (δευτέρας δημοτικού) μοναχού, προς δύο σκληροτράχηλους, απλούς, παραδοσιακούς, πνευματικούς ανθρώπους. Τον έβαζε ο ένας να κάνει μία δουλειά «έτσι». Ερχόταν ο άλλος και του έλεγε να την κάνει αλλιώς, χωρίς ποτέ να μάθει ότι κάποιος φταίει (ο άλλος μοναχός) για το αντίθετο.

Ερχόταν πάλι ο άλλος και ξανάλλαζε η δουλειά: «Πάρε αυτά και πάν’τα εκεί» (π.χ.). Τα πήγαινε ο μικρός. Ο άλλος: «Πάρ’ τα πάν’ τα αλλού». Τα πήγαινε ο μικρός.

Τί συμβαίνει εδώ; Ο μικρός είχε γίνει πατσαβούρι. Κι ο λογισμός του – πεντακάθαρος κι αγγελικός – δεν κοιτούσε να βάλει τους «άρχοντες» σε συνεννόηση για να ξεκουραστεί, να μην κάνει την ίδια δουλειά δέκα φορές.

Ο μικρός δε συζητούσε με αυτό το λογισμό, αλλά αναζητούσε το άριστο, με το να προσπαθεί να ικανοποιήσει τον μόνο Άριστο. Ο μικρός δεν θέλει να τσακωθούν οι γέροντες. Τόσο απλά. Και τους κάνει το γαϊδούρι (φορτώματα, πέρα δώθε, υπομονή).

Ένωσε τους γέροντες, ένωσε τον εαυτό του με τον Θεό και το σπίτι που τον φιλοξενούσε, ένωσε τα αυθαίρετα («έτσι!», «αλλιώς!») στο ένα νόημα.

Κατέβασε το νόημα με το (ευ)αγγελικό του ήθος – «πεθαίνω εγώ, για να ‘ρθει ειρήνη» – και δεν το ‘κλεισε στη λογική επιλογή της υπόθεσης (δε πήρε θέση απέναντι στις εντολές του), δε παζαρεύτηκε το άριστο.

Αγόρασε, με τον ιδρώτα και την ακεραιότητά του, τον Θεό. Και του ξεκλειδώθηκε η άριστη – μετά θείας διάκρισης – στάση επί πάσης περιστάσεως.

Με – και προς – τον Θεό το άριστο συμβαίνει, ήταν το μήνυμα του μικρού μοναχού. Έλαβε όλα τα χαρίσματα. Κι από το άριστο που προέκυπτε απ’ όλες αυτές τις αντιλήψεις-κινήσεις – το φως το πολύ – τον προστάτευσαν, ακολούθως, οι δύο σκληροτράχηλοι, απλοί, παραδοσιακοί, πνευματικοί άνθρωποι.

Αρίστευσε αυτός, αρίστευσαν αυτοί, αρίστευσε το Άριστο (παράδοξο, αλλά εννοώ η εκκλησία)· γι’ αυτό βρίσκω εδώ άριστα εκφραζόμενη την ιστορία-σοφία της αγιότητας και της ανώτερης-φιλόσοφης βιοτής: να κάνουμε τα γαϊδούρια. Και τα γαϊδούρια δεν είναι κάτι, δεν έχουν καν όνομα, όπως, π.χ., «Πορφύριος».

Εικόνα: Όσιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης.

Πηγή: Αντίφωνο

αναδημοσίευση από το «σπιτάκι της Μέλιας»

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη

Recent in Technology